ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ
Μίκης Θεοδωράκης Γιάννης Ρίτσος
Ήταν Μάιος του 1936. Οι απεργίες ξεσηκώνουν όλη τη χώρα. Η καπνεργατική απεργία στη Θεσσαλονίκη, όμως, κατέληξε σε αιματοχυσία. Ανάμεσα στους 12 που χάθηκαν ήταν και ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Την επομένη, στις 10 Μαΐου, ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει μια συνταρακτική φωτογραφία: τη μάνα του αδικοχαμένου νέου να θρηνεί τον γιο της. Αυτήν τη φωτογραφία είδε ο Γιάννης Ρίτσος και όπως δήλωσε το 1983 σε ξένο τηλεοπτικό κανάλι: «Με συνεπήρε τόσο πολύ, που την ίδια μέρα άρχισα να γράφω τον Επιτάφιο. Με όλο τον προηγούμενο εξοπλισμό, ήμουν προετοιμασμένος απ’ τα παιδικά μου χρόνια, έτοιμος ο δεκαπεντασύλλαβος, το κρητικό θέατρο, η “Ερωφίλη”, ο “Ερωτόκριτος”, ο Σολωμός, οι “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι” πάλι σε δεκαπεντασύλλαβο. (...) Μέσα σε δυο εικοσιτετράωρα, σχεδόν χωρίς να φάω και να κοιμηθώ, και πολλές φορές κλαίγοντας σαν μοιρολογίστρα Μανιάτισσα έγραψα τον “Επιτάφιο”, τα πρώτα 14 ποιήματα».
![]() |
| Γιάννης Ρίτσος - Μίκης Θεοδωράκης |
Ο «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΣΤΟ... ΤΙΜΟΝΙ
Είναι 1958, ο Μίκης Θεοδωράκης βρίσκεται στο Παρίσι. Ο Ρίτσος «χωρίς να έχουμε άλλη σχέση εκτός από αυτή της ΕΠΟΝ, μου στέλνει όλα του τα βιβλία. Και στον ‘Επιτάφιο’ είχε αυτό: το βιβλίο τούτο το έκαψαν στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Και ήταν ακριβώς η εποχή που εγώ πήγα έξω στο Παρίσι, ελεύθερος πρώτη φορά, αλλά καθόμουν μόνος στο δωμάτιο όπου μέναμε -η Μυρτώ σπούδαζε στο νοσοκομείο-, μπήκε η Μακρόνησος μέσα μου. Και ο μόνος τρόπος για να την πολεμάω ήταν να γράφω μουσική».
Λίγο πριν από τις εκλογές του ‘58, μια
ομάδα αριστερών στο Παρίσι οργανώνει μια σύναξη για ενίσχυση, έστω και
συμβολική, της ΕΔΑ στο σπίτι των Θεοδωράκηδων. Μου λέει η Μυρτώ πάμε να
ψωνίσουμε για το βράδυ. Πάμε στις Αλ, στην αγορά. Πήρα και τον «Επιτάφιο» μαζί.
Τι το θέλεις το βιβλίο μου λέει η Μυρτώ, λέω δεν μπορώ να έρθω μαζί σου, πρέπει
κάποιος να μείνει στο αυτοκίνητο. Κάθομαι λοιπόν στο τιμόνι και περιμένω. Μια
βροχή... Βγάζω το βιβλίο και χωρίς να το πολυσκεφτώ, λες και έπρεπε να γίνει
αυτό, χαράζω πεντάγραμμο και αρχίζω να γράφω μουσική. Μελοποιώ και τα είκοσι...( Αγγελική Κώττη, εφημερίδα Έθνος,
25/4/2009)
Αφού μελετήσαμε τα ποιήματα που έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος για το
ποιητικό του έργο «Επιτάφιος», επιλέξαμε εκείνες τις λέξεις που χαρακτηρίζουν
τα ποιήματα. Με τις λέξεις αυτές γράψαμε κι εμείς λίγα λόγια για τα πρόσωπα και
τα ζωάκια που έφυγαν από κοντά μας. Ένα παιδί μας χάρισε ένα ποίημα του. Για
ευνόητους λόγους δεν έχουν γραφεί τα ονόματα των παιδιών.
Μικρό λουλούδι ήταν, πουλάκι
έγινε και πέταξε μακριά.
Με το φως του φεγγαριού και
της αλμύρας την οσμή από τα
κύματα που χτυπούσαν δυνατά
στα βράχια προχώρησε και προχώρησε
μακριά στο απέραντο της θάλασσας
κλαίγοντας και χαιρετώντας με.
Θεία μου,
έφυγες εκεί
ψηλά.
Τώρα είσαι ένα αστέρι στον ουρανό,
το δικό μου αστέρι.
Τη γλυκιά φωνούλα σου ακόμη τη θυμάμαι
Και θα τη θυμάμαι παντοτινά.
Μου λείπεις πάρα πολύ θεία μου γλυκιά!
Είχα κάποτε ένα πουλί που λάλαγε πολύ ωραία. Μια μέρα όμως
ξέχασα να κλείσω το πορτάκι του κλουβιού κι εκείνο πέταξε μακριά. Δεν ήθελα να
φύγει ποτέ μου. Μου λείπει πολύ!
Φίλε μου Αδριανέ,
μου λείπεις
πολύ. Ανυπομονώ να έρθεις στην Ελλάδα και να τρέξουμε πάλι στο δασάκι κι
σκαρφαλώνουμε στα δέντρα και να κοιτάμε την πόλη από εκεί ψηλά.
Αχ! Πόσο μου λείπουν τα ξαδέρφια μου,
η θεία κι ο
θείος μου! Μου λείπει και
το καναρίνι τους πολύ! Ήταν τόσο όμορφο
και
κελαηδούσε πολύ γλυκά.
Όταν πλησίαζα κοντά του
κελαηδούσε ακόμα πιο καλά και
πιο δυνατά.
Μου λείπετε πολύ!
Καλέ
μου φίλε Γιάννη,
μου λείπεις τόσο πολύ!
Ήσουν
ο καλύτερός μου φίλος. Παίζαμε
μαζί στην πλατεία κάθε απόγευμα.
Παίζαμε πολλές
ώρες μαζί.
Μια
μέρα όμως δεν παίξαμε.
Ήταν η μέρα που σε αποχαιρέτησα
καθώς έφευγες για Κύπρο.
Σε αγκάλιασα και σου ευχήθηκα καλό ταξίδι.
Σε
αγαπούσα σαν αδερφό μου.
Ελπίζω τώρα που βρίσκεσαι
μακριά να με θυμάσαι, όπως
κι εγώ.
Σκυλάκι μου, πέθανες νωρίς.
Μου λείπεις τόσο πολύ!
Πάντα θα θυμάμαι τα παιχνίδια που κάναμε μαζί!
Μου λείπεις πολύ σκυλάκι μου!
Πού χάθηκες;
Περνούσαμε τόσο καλά μαζί!
Θεία μου μού λείπεις πολύ!
Θυμάμαι που έπαιζες μαζί μου και μου έκανες όλα τα
χατίρια. Με φώναζες συνέχεια « καρδούλα μου» και άνοιγες την αγκαλιά σου να
τρυπώσω. Σ’ αγαπώ πολύ! Μου λείπεις!
Λουλού μου,
μου λείπεις πολύ!
Περάσαμε
ωραίες στιγμές μαζί.
Παίζαμε
μαζί, πηγαίναμε βόλτες
και κοιμόμαστε μαζί. Είμαι σίγουρη,
Λουλού μου ότι πήγες στον
Παράδεισο,
γιατί ήσουν πολύ καλό σκυλί.
Μου λείπεις πάρα πολύ Λουλού!
Παππούλη μου,
μου λείπεις πολύ.
Έφυγες μακριά από την καλή σου τη
ζωή
και πήγες στον πάνω κόσμο.
Να ξέρεις ότι σε θυμόμαστε συχνά με αγάπη!
Γιαγιάκα μου,
μου λείπεις πολύ! Θυμάμαι που με έπαιρνες αγκαλιά και
με χόρευες. Συνήθιζες να λες «πουλάκι μου», κάθε φορά που με ‘βλεπες. Θυμάμαι
που μ’ έβαζες στην κούνια που είχαμε στην αυλή στο χωριό. Με κούναγες και μου τραγουδούσες.
Όταν πέθανες ήμουν τριών ετών κι όμως μου λείπεις τόσο πολύ. Να ξέρεις πως σε
θυμάμαι πάντα με πολύ αγάπη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου