Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016


Το παιδί και το κουδουνάκι







Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί και είχε ένα κουδουνάκι. Όλη μέρα χτύπαγε το κουδουνάκι του κι έπαιζε μ’ αυτό. Πάει ένα πρωί και κάθεται κάτω από ένα δέντρο και παίζει, Κι όπως κουράστηκε το χέρι του να χτυπάει όλη μέρα το κουδουνάκι του, το παίρνει και το κρεμάει πάνω στο κλαδί ενός δέντρου. Τότε το δέντρο ψήλωσε τα κλαδιά του και το παιδί δεν έφτανε να πάρει το κουδουνάκι του να παίξει.
-     Χαμήλωσε, δεντρουλάκι μου τα κλαδιά σου, να πάρω το κουδουνάκι μου να παίτσω!
-     Όχι, δε χαμηλώνω! Είπε το δέντρο που δεν άντεχε άλλο ν’ ακούει το κουδουνάκι να χτυπάει.
Έτσι είσαι; Τότε κι εγώ θα φωνάξω το τσεκούρι να σε κόψει!
-     Τσεκούρι, τσεκούρι, πήγαινε να κόψεις το δέντρο που δε χαμηλώνει τα κλαδιά του να πάρω το κουδουνάκι να παίτσω.
-     Α, καλά τώρα όρεξη δεν είχα! Δεν πάω πουθενά. Μόλις πριν από λίγο είχα κόψει δυο δέντρα. Θα κάτσω εδώ που κάθομαι!
-     Έτσι είσαι; Τότε θα πάω κι εγώ να φωνάξω τη φωτιά να σε κάψει.
Φωτιά, φωτιά πήγαινε να κάψεις το τσεκούρι που δεν κόβει το δέντρο που δε χαμηλώνει τα κλαδιά του να πάρω το κουδουνάκι να παίτσω.
-      Τι λες μωρέ τώρα, άσε με εδώ που βράζω ωραία και καλά τη φασολάδα! Βαριέμαι, δεν πάω πουθενά.
-     Α, κι εσύ τα ίδια; Ε, τότε θα πάω να φωνάξω το νερό να σε σβήσει.
Νερό, νεράκι, ποτάμι, ποταμάκι πήγαινε να σβήσεις τη φωτιά που δεν πάει να κάψει το τσεκούρι που που δεν κόβει το δέντρο που δε χαμηλώνει τα κλαδιά του να πάρω το κουδουνάκι να παίτσω.
-     Τι μας λες τώρα, άλλη δουλειά δεν είχα εγώ να βγω από το δρόμο μου, να πάω να σβήσω τη φωτιά. Δεν πάω!
-     Έτσι είσαι; Τότε θα πάω εγώ στο βόδι να του πω να ‘ρθει να σε πιει.
Βόδι, βοδάκι πήγαινε να πιεις το ποτάμι που δεν πάει να σβήσει τη φωτιά που δεν πάει να κάψει το τσεκούρι που που δεν κόβει το δέντρο που δε χαμηλώνει τα κλαδιά του να πάρω το κουδουνάκι να παίτσω.
-     Μμμ, μωρέ τι μας λες; Εγώ εδώ οργώνω το χωράφι… μμμ… θ’ αφήσω τα χωράφια, να πάω να πάω για ποτάμια… Δεν πάω πουθενά.
-     Έτσι είσαι; Τότε κι εγώ θα πάω στον ποντικό να του πω να σου μπει μες στ’ αυτί!
Ποντικέ, ποντικέ, πήγαινε να μπεις στο αυτί του βοδιού.
-     Ιιι, μωρέ τι μας λες; Θ’ αφήσω εγώ τα κάστανα μου τα ωραία και καλά, να πάω να μπω στ’ αυτί του βοδιού! Δεν πάω πουθενά!
-     Μωρέ έτσι είσαι; Θα πάω κι εγώ να φωνάξω τη γάτα να σε φάει.
Γάτα, γατούλη πήγαινε να φας τον ποντικό που δεν πάει να μπει στο αυτί του βοδιού που δεν πάει να πιει το ποτάμι που δεν πάει να σβήσει τη φωτιά που δεν πάει να κάψει το τσεκούρι που που δεν κόβει το δέντρο που δε χαμηλώνει τα κλαδιά του να πάρω το κουδουνάκι να παίτσω.
Ο γάτος πεινούσε. Οι γάτες πεινάνε πάντα. Μόλις άκουσε ποντίκι …χρρρ … ορμάει να φάει τον ποντικό.
Μόλις βλέπει ο ποντικός το γάτο να’ ρχεται, τρέχει να μπει στο αυτί του βοδιού. Μόλις βλέπει το βόδι το ποντίκι, μμμ… σηκώνεται να πάει να ρουφήξει το ποτάμι. Μόλις βλέπει το ποτάμι το βόδι να ‘ρχεται, άλλαξε δρόμο και πήγε να σβήσει τη φωτιά. Η φωτιά άρχισε να τρέχει να κάψει το τσεκούρι και το τσεκούρι σηκώθηκε να πάει να κόψει το δέντρο. Και το δέντρο μόλις βλέπει το τσεκούρι να ‘ρχεται πάνω του, φεύγουν όλοι του οι χυμοί και χαμήλωσε τα κλαδιά του μέχρι κάτω.

 

Ευχαριστούμε την Κα Δώρα Τάτση για τα παραμύθια που μας αφηγείται κάθε Πέμπτη. Ο ενθουσιασμός μας ακούγεται και στο βίντεο!


Κοιμήσου αγγελούδι μου




Μίκης Θεοδωράκης - Κώστας Βίρβος

Ανάμεσα στα "40 τραγούδια για παιδάκια και παιδιά" υπάρχει και το νανούρισμα του Κώστα Βίρβου 
" Κοιμήσου αγγελούδι μου". Το ακούσαμε και συγκινηθήκαμε πολύ. 
Ο Κώστας Βίρβος γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 29 Μαρτίου 1926. Ο πατέρας του, πλούσιος τυρέμπορας, τον στέλνει στην Κοργιαλένειο Σχολή. Τελειώνοντας το γυμνάσιο το 1943 κατεβαίνει στην Αθήνα και φοιτά στηνΠάντειο. Ο ίδιος σύμφωνα με διηγήσεις του έγραφε στιχάκια από νωρίς, αλλά ήθελε να γίνει σκηνοθέτης μιας και του άρεσε ιδιαίτερα το θέατρο.
Το 1943 περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης ως μέλος του ΕΑΜ. Το Μάρτη του '44 συλλαμβάνεται και βασανίζεται, γιατί έγραφε συνθήματα στους τοίχους για την τότε κυβέρνηση του βουνού. Ο πατέρας του με 800 χρυσές λίρες τον απελευθερώνει και έπειτα φεύγει για το βουνό, όπου εκεί συναντά και τον Άρη Βελουχιώτη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος απ' το 1954 έως το 1985. Έχει δυο κόρες.
  Έφυγε το βράδυ της Πέμπτης 6 Αυγούστου 2015.

 «Ο Βίρβος είναι ένα απ’ τα μεγάλα κλαριά στο δένδρο της ελληνικής μουσικής. Είναι ο λαϊκός ποιητής που έγραψε χιλιάδες τραγούδια. Πολλοί από μας κι από σας ασφαλώς δεν θα ξέρετε ότι τα τραγούδια που έχετε αγαπήσει, έχετε τραγουδήσει, και για τα οποία έχετε συγκινηθεί, έχετε κλάψει, έχετε πονέσει, έχετε ελπίσει, είναι δικοί του οι στίχοι. Έχει συνεργαστεί με όλους σχεδόν, τους πιο μεγάλους, τους πιο κλασικούς συνθέτες της λαϊκής μας μουσικής» Μίκης Θεοδωράκης



Κοιμήσου αγγελούδι μου,
παιδί μου νάνι νάνι...
Ο Μίκης Θεοδωράκης έντυσε με μουσική το νανούρισμα  που έγραψε ο Κώστας Βίρβος. Εμείς εμπνευστήκαμε απ' αυτό και μαζέψαμε τα νανουρίσματα που έλεγαν οι μαμάδες μας μα και διάφορα δημοτικά νανουρίσματα, μα και νανουρίσματα που έγραψαν άλλοι ποιητές.



Παραδοσιακό νανούρισμα από την Κύπρο

Άγια Μαρίνα και κυρά
που ποκοιμίζεις τα μωρά
ποκοιμίσ'το κορουδίν μου
το πκιο γλυκίν τραούδιν μου
κι'ύπνε που παίρνεις τα μωρά
πάρε κι' εμέναν τούτο
μικρόν μικρόν σου το 'δωκα
μεάλον φέρε μου τον
επάρ' το πέραν γύρισ'το
και στράφου πίσω φέρ'μου το
να δει τα δέντρη πώς ανθούν
και τα πουλιά πώς τσιλαηδούν
πώς χαίρουνται, πώς πετούνται
και πάσιν πέραν κι'έρκουνται
να δει του Μάη τραντάφυλλα
τ'Αούστου μήλα κόκκινα
Κι'α Παναγιά Δέσποινα
που ποκοιμίζεις τα μωρά
νάνι νάνα νανουθκιά του
κι'ύπνον εις τα ματούθκια του..... 










Το νανούρισμα της πεταλούδας
Γ. Χατζηπιερής

Νάνι νάνι νάνι νανανα…
Το παιδάκι μου νανανα…
Νάνι νάνι το παιδί
και γλυκά να κοιμηθεί

Μια πεταλούδα θα σε βάλει στα φτερά της
Για να σε πάει στα βελούδινα όνειρά της
Σε πέπλα ανάλαφρα, σε πουπουλένια δάση,
Θα σε ξαπλώσει κι απαλά θα σε σκεπάσει…
Μαίρη 

Η Μαίρη νανουρίζει το μωρό της

Κοιμήσου αγγελουδάκι μου
Κοιμήσου νάνι νάνι
Κοιμήσου εσύ μωράκι μου
Σε κούνια καρυδένια
Κοιμήσου κι ονειρέψου εσύ
Παραδεισένιους τόπους
(Το έλεγε στο Γιώργο η μαμά του, όταν ήταν μωρό)

Ο Γιώργος νανουρίζει  το μωρό του με το νανούρισμα που του έλεγε η μαμά του




Κοιμήσου μέρα όμορφη ( Παραδοσιακό)

Κοιμήσου μέρα όμορφη, νύχτα με τ’  αστρουλάκια
μπαξέ μου με τα λούλουδα και με τα γιασεμάκια.

Κοιμήσου με τη ζάχαρη και ξύπνα με το μέλι
Και λούσου με τα’ ανθόνερο που λούζονται οι αγγέλοι.

Κοιμήσου γιε μου πρωτογιέ και γιε μου κανακάρη
Και από την πόλη κοπελιά θε να ‘ρθει να σε πάρει.

Κοιμήσου γιε μου να τραφείς, γιε μου να μεγαλώσεις
Και τα προικιά περιμένουν σε κι οι κόρες καρτερούνε.
Αριστέα 







Ω,ω,ω κλαίει το μωρό
Θέλει παγωτό
Δε του δίνω εγώ.
Βάλια


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
Έλα πάρε και τούτο
Μικρό, μικρό σου το ‘ δωκα
Μεγάλο φέρε μου το
Μεγάλο σαν ψηλό βουνό
Ψηλό σαν κυπαρίσσι
Ν’ απλώνονται οι κλώνοι του
Σ’ ανατολή και δύση.


Δημήτρης 


Ο Μάριος προτιμάει να νανουρίζει το μωρό του περπατώντας




Δημοτικά νανουρίσματα

Ύπνε, που παίρνεις τα παιδιά,
έλα πάρε και τούτο,
μικρό μικρό σου το 'δωκα,
μεγάλο φέρε μου 'το·
μεγάλο σαν ψηλό βουνό,
ίσιο σαν κυπαρίσσι
κι οι κλώνοι του ν' απλώνονται
σ' ανατολή και δύση. 



Νάνι νάνι, νάνι νάνι
ύπνον ήσυχο να κάνει.
Να κοιμάται να μερώνει,
να ξυπνά να μεγαλώνει·
να κοιμάται σαν τ' αρνάκι,
να ξυπνά σαν τ' αηδονάκι.
Μην πατάτε, μη βροντάτε·
το παιδάκι μου κοιμάται…


Νάνι, θά 'ρθει η μάνα σου
απ' το δαφνοπόταμο
κι από το γλυκό νερό,
να σου φέρει λούλουδα,
λούλουδα, τριαντάφυλλα
και μοσκογαρούφαλα.
    



Κοιμήσου συ, μωράκι μου, σε κούνια καρυδένια,
σε ρουχαλάκια κεντητά και μαργαριταρένια.

Έλα, Χριστέ και Παναγιά, και πάρ' το στους μπαξέδες
και γέμισε τους κόρφους του λουλούδια, μενεξέδες.

Κοιμήσου συ, παιδάκι μου, κι η μοίρα σου δουλεύει
και το καλό σου ριζικό σού κουβαλεί και φέρνει.

Κοιμάται νιο, κοιμάται νιο, κοιμάται νιο φεγγάρι,
κοιμάται το παιδάκι μου στ' άσπρο το μαξιλάρι.

Ο ύπνος τρέφει τα μωρά κι η υγειά τα μεγαλώνει
και η κυρά η Παναγιά τα καλοξημερώνει.

.
Κοιμήσου αστρί, κοιμήσου αυγή, κοιμήσου νιο φεγγάρι,
κοιμήσου, που να σε χαρεί ο νιος που θα σε πάρει.
Κοιμήσου, που παράγγειλα στην Πόλη τα χρυσά σου,
στη Βενετιά τα ρούχα σου και τα διαμαντικά σου.
Κοιμήσου, που σου ράβουνε το πάπλωμα στην Πόλη
και που σου το τελειώνουνε σαράντα δυο μαστόροι.
Στη μέση βάνουν τον αϊτό, στην άκρη το παγόνι,
νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ' αγγόνι.
Κοιμήσου και παράγγειλα παπούτσια στον τσαγκάρη,
να σου τα κάνει κόκκινα με το μαργαριτάρι.
Κοιμήσου μες στην κούνια σου και στα παχιά πανιά σου,
κι η Παναγιά η Δέσποινα να είναι συντροφιά σου.



Να μου το πάρεις, ύπνε μου, τρεις βίγλες θα σου βάλω,
τρεις βίγλες, τρεις βιγλάτορες κι οι τρεις αντρειωμένοι.
Βάζω τον ήλιο στα βουνά και τον αϊτό στους κάμπους,
τον κυρ Βοριά το δροσερόν ανάμεσα πελάγου.
Ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αϊτός αποκοιμήθη
κι ο κυρ Βοριάς ο δροσερός στη μάνα του πηγαίνει:
«Γιε μου, και πού 'σουν χτες προχτές, πού 'σουν την άλλη νύχτα;
Μήνα με τ' άστρα μάλωνες, μήνα με το φεγγάρι;
Μήνα με τον αυγερινό, που 'μαστε αγαπημένοι;»
«Μήτε με τ' άστρα μάλωνα μήτε με το φεγγάρι
μήτε με τον αυγερινό, οπού 'στε αγαπημένοι.
Χρυσόν υγιόν εβίγλιζα στην αργυρή του κούνια».


Kοιμάται το τριαντάφυλλο κοντά στη μαντζουράνα,
κοιμάται το παιδάκι μου με τη γλυκιά του μάνα.

Kοιμάται το παιδάκι μου στην αργυρή του κούνια,
στην αργυρή και στη χρυσή και στη μαλαματένια.

Kοιμήσου συ, παιδάκι μου, κι εγώ σε νανουρίζω,
κι εγώ την κούνια σου κουνώ, γλυκά να σε κοιμίζω.

Kοιμήσ' αστρί, κοιμήσ' αυγή, κοιμήσου, νιο φεγγάρι,
κοιμήσου, κυρά θάλασσα με το χρυσό σου ψάρι.





Νάνι νάνι A. Βαλαωρίτης

Φύσ᾿, γεράκι δροσερό,
μ
ς στν δενδρν τ φύλλα.
Πάρ
᾿ π᾿ τ ρόδα τν νθ
π᾿ τ μηλι τ μλα
κα
φέρ᾿ τα στ παιδάκι μου.
Ε
ναι καλ κα κάνει,
συχο, νάνι, νάνι.
ρχίνησε τ λάλημα,
ηδόνι ρωτεμένο,
νανάρισέ το, τ
φτωχ
ε
ν᾿ ποκοιμημένο
σ
ν τ γλυκιά σου συντροφι
μ
ς στ φωλι σν κάνει,
τ
νύχτα, νάνι, νάνι.
νοιξε, νυχτολούλουδο,
νοιξε κα μν κλείσεις,
τ
ν μορφή σου μυρωδι
σότου ν τ χύσεις
λη μς στ μαλλάκια του.
Τ
μαρο, δς πς κάνει
μαζί μου νάνι, νάνι.

Παίζει τ᾿ γέρι το Μαγιο
μέσα στ
ν καλαμινα,
γελο
νε τ᾿ νθη, τ νερά,
λαλε
νεροχελώνα.
Ε
τυχισμένη εμαι κι γ
στ
στήθια μου σν κάνει,
τ
μαρο, νάνι, νάνι.
Κα σες μ τ χρυσ φτερά,
νείρατά μου, λτε
στ
ρμο τ καλύβι μας,
γάλια γάλια μβτε,
σιγ
μν τ ξυπνήσετε·
κοιτάξετε π
ς κάνει
γγελος νάνι, νάνι.
νείρατα εναι το φτωχο
συντροφιά, λπίδα·
τ
ς χήρας παρηγοριά,
λιος, χτίδα.
λτε, μν φήσετε
τ
μάνα του πο κάνει
μαζί του νάνι, νάνι.


-     Νανούρισμα- Αργύρης Εφταλιώτης

λ᾿ γεράκι το βουνο κα γλυκοδρόσισέ το,
κατέβ
᾿ χτίδα τ᾿ ορανο κα γλυκοχάιδεψέ το.
Νάνι, νάνι τ
μωρό μου,
π
ρε, πνε, τ᾿ κριβό μου.
Στ᾿ γγελικό του πρόσωπο τς Παναγις χάρη
κα
το παιδιο της σταυρς στ στήθια του καμάρι.
Νάνι, νάνι στ
μαντρί σου,
λαγιαρνάκι μου, κοιμήσου.
Τ νειρ᾿ ς κατέβουνε χρυσ κα μυρωμένα
ν
᾿ νθοβολον στ χείλη σου χαμόγελα σπαρμένα.
Νάνι, νάνι τ
᾿ γγελούδι,
νάνι,
μύριστο λουλοδι.
Λτε, τρυγόνες, πετε μου, τί λέτε στ᾿ κριβά σας,
τ
βράδι σν τ παίρνετε στ μαλακ φτερά σας.
Νάνι, νάνι τ
᾿ ργυρό μου,
π
ρε, πνε, τ᾿ κριβό μου.
ν λέτε πς τρελαίνεστε, γ ν π πεθαίνω,
γιατί σε
ς τά ᾿χετε πολλ κι γώ ᾿να τ καημένο.
Νάνι, νάνι τ
μωρό μου,
νάνι τ
μονάκριβό μου.


Το πρωινό άστρο – Γ. Ρίτσος

Στην κόρη μου Έρη


Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν τον ύπνο σου.


Θέλω να σου φέρω
ένα περιβολάκι
ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη
πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας
για να σεργιανάει το γαλανό όνειρό σου.


Θέλω να σου φέρω
ένα σταυρουλάκι αυγινό φως
δυο αχτίνες σταυρωτές απ’ τους στίχους μου
να σου ξορκίζουν το κακό
να σου φωτάνε
μη μου σκοντάψεις, κοριτσάκι,
έτσι γυμνόποδο και τρυφερό
στ’ αγκάθι κ’ ενός ίσκιου.


Κοιμήσου.
Να μεγαλώσεις γρήγορα.
Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι,
κ’ έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό.
Κοιμήσου.


Το πρόσωπο της μητερούλας φέγγει
πάνω απ’ τους ρόδινους λοφίσκους του ύπνου σου
εαρινό φεγγάρι
ανάμεσα από τα στάχυα της έγνοιας της
και τα τριαντάφυλλα των τραγουδιών μου.


Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
                        μακρύς
                                    μακρύς ο δρόμος.




Νίκου Γκάτσου -  «Νάνι το γαρούφαλό μου»

Νάνι το παιδί μου νάνι που δεν ήθελε νερό,
τ' άλογό μας το μεγάλο. Αχ καρδούλα μου ποιος ξέρει 
τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό.
Νάνι, το νερό το μαύρο μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει. Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ' άλογό μας το καλό.
Έχει πόδια λαβωμένα, τραχηλιά κρουσταλλιασμένη,
έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ' αντρειωμένα τα βουνά
εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά.
Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
αχ μαράζι μες στο χιόνι. Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ' άλογό μας το καλό.
Μην έρχεσαι μη μπαίνεις, το παρεθύρι κλείσ' το
με φυλλωσιές ονείρου, μ' όνειρα φυλλωσιάς.
Κοιμάται το παιδάκι μου, σωπαίνει το μωρό μου.
Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
άλογο της χαραυγής.