Ιστολόγιο για παιδιά και για μεγάλους -
Ελένη Γκαραγκάνη
Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015
Ειρήνη Αριστοφάνης
Η Ειρήνη ήταν μια όμορφη κοπέλα που δώσανε δώρο οι θεοί στους ανθρώπους για να ζούνε μονοιασμένοι. Ο πόλεμος την άρπαξε και την έκλεισε σε μια βαθιά σπηλιά κι έβαλε μια μεγάλη κοτρόνα για να μη βγει από εκεί. Ο Τρυγαίος που την έψαχνε, βρήκε ένα σκαθάρι που το τάιζε κάθε μέρα για να δυναμώσουν τα φτερά του. Ο Τρυγαίος θα πήγαινε στους θεούς νγια να μάθει πού πήγε η Ειρήνη. Έτσι κι έκανε. Ο Ερμής του είπε τι απέγινε. Τότε ο Τρυγαίος γύρισε στη γη για να ζητήσει βοήθεια από τους ανθρώπους. Όλοι μαζί ελευθέρωσαν την Ειρήνη που γύρισε στη γη και οι άνθρωποι την υποδέχτηκαν με γιορτές και τραγούδια και πιο πολύ απ' όλους ο Τρυγαίος. Θανάσης, Δ2 2015 - 2016
Πέφτει πέφτει η σταγόνα Σαμ Γκόντουιν
Δυο γλάροι συζητούν και ξαφνικά βλέπουν ένα σύννεφο. Μετά από λίγο άρχιζει να βρέχει. Ενώ βρέχει ο μικρός γλάρος αρχίζει να πετάει ψηλά στα σύννεφα όταν πέφτει μια σταγόνα στο κεφάλι του. Άλλη μια σταγόνα πέφτει στο ποτάμι. Το νερό απ' το ποτάμι πηγαίνει σε μια ήρεμη λίμνη. Αργότερα το νερό πηγαίνει μέσα στο σταθμό καθαρισμού κι από κει στα σπίτια που το χρησιμοποιούμε για να μαγειρέψουμε και να κάνουμε μπάνιο. Μετά γυρνάει στον υπόνομο και μετά πηγαίνει στη θάλασσα και με τον αέρα πάλι στον ουρανό για να γίνει σύννεφο και πάλι από την αρχή. Νίκος, Δ2 2015 -2016
Πάλι τηλεόραση Θέμο;
Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Μια φορά ήταν ένα παιδί που ήταν όλη μέρα στην τηλεόραση. Ήθελε να βλέπει συνέχεια τηλεόραση. Σταμάτησε να παίζει με τους φίλους του στη γειτονιά, να διαβάζει, να μιλάει με τους γονείς του! Δεν είχε χρόνο για τίποτα. Η τηλεόραση ήταν πάντα αναμμένη. Παρακολουθούσε όλα τα παιδικά προγράμματα, ακόμη κι αυτά που δεν του άρεσαν. Ό,τι έβλεπε στην τηλεόραση προσπαθούσε να το κάνει. Μέχρι που μπήκε κι αυτός στρην τηλεόραση και κατάλαβε ότι όλα αυτά που γίνονταν εκεί ήταν ψεύτικα Από τότε άρχισε να παίζει αληθινά παιχνίδια με τους φίλους του. Δημήτρης, Δ2 2015 -2016
Η νίκη της χελώνας Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου
Το βιβλίο που διάβασα μιλάει για μια χελώνα που βγήκε νικήτρια σε έναν αγώνα δρόμου . Στον αγώνα αυτό είχαν πάρει μέρος πολλά ζώα για να δουν ποιος θα βγει αρχηγός.Έτσι μπήκαν σε μια σειρά όλα τα ζώα και περίμεναν να ακούσουν το σήμα της εκκίνησης. Η χελώνα ζήτησε από την αντιλόπη να ανεβεί στην πλάτη της. Ακούστηκε το σήμα και η αντιλόπη έτρεξε μπροστά με τη χελώνα στην πλάτη της. Όλοι έλεγαν ότι η αντιλόπη θα βγει πρώτη, μα η χελώνα έλεγε από μέσα της : " Μη βιάζεστε!" . Η αντιλόπη λίγο πριν το τέρμα τίναξε δυνατά το κορμί και πέταξε το χελώνα μπροστά από το τέρμα. Όλοι φώναζαν : " Μπράβο! Ζήτω!". Η χελώνα έλεγε ότι η αντιλόπη ήταν πρώτη και όχι αυτή, αλλά μέσα στα τόσα μπράβο και τα ζήτω δεν ακούστηκε. Φαίδρα, Δ2 2015 - 2016
Ο χωρικός και το φίδι Αίσωπος
Κάποτε ένας γεωργός τον χειμώνα, βρήκε ένα παγωμένο φίδι. Το λυπήθηκε, το πήρε και το έβαλε στο κόρφο του. Το φίδι κάποια στιγμή αφού ζεστάθηκε και συνήρθε, τσίμπησε τον ευεργέτη του και τον σκότωσε. Ξεψυχώντας εκείνος του είπε: «Καλά να πάθω αφού λυπήθηκα έναν κακούργο»!Μαίρη, Δ2 2015 - 2016
Η κυκλοφορία του αίματος
Από το αίμα εξαρτάται η ζωή μας. Το αίμα μεταφέρεται σε όλο το σώμα μας μέσα από τις φλέβες, στις αρτηρίες και τα αιμοφόρα αγγεία. Το αίμα αποτελείται από διάφορα είδη κυττάρων, τα οποία αιωρούνται μέσα σε ένα υγρό που ονομάζεται πλάσμα αίματος. Γιώργος, Δ2 2015 - 2016
Στο χωριό της μαμάς μου κοντά στα πηγάδια υπάρχει μια τεράστια πέτρα σπασμένη στα δύο. Όταν ρώτησα τη γιαγιά μου είπε μια ιστορία που άκουσε κι αυτή από τη δική της γιαγιά.
Ήταν κάποτε μια γυναίκα που κουβαλούσε στην πλάτη της αυτήν την πέτρα και πήγαινε προς το χωριό όταν της φώναξαν ότι το παιδί της έπεσε στο μικρό ποταμάκι που περνούσε από εκεί. Τότε αυτή ταραγμένη έριξε την πέτρα που κουβαλούσε με δύναμη στο νερό του ποταμού για να σταματήσει τη ροή του νερού. Η πέτρα άνοιξε στα δύο, σταμάτησε το ποτάμι κι έτσι το παιδί σώθηκε. Η πέτρα βρίσκεται εκεί μέχρι σήμερα. Το ποτάμι όμως με το πέρασμα των χρόνων στέρεψε.
Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015
Η Ζωή που περισσεύει Ιωάννα Μπαμπέτα
Η Ζωή δεν θέλει να πάει σχολείο. Στα θρανία όλοι κάθονται δυο δυο, μα η Ζωή ... μόνη της. Στο παιχνίδι κάνει το κορόιδο, στα αγγλικά ομάδα με την κυρία και στην πληροφορική μαζί με άλλες δύο κοπέλες. Στην παράσταση του καλοκαιριού δεν έχει κάποιον να χορέψει ώσπου μια μέρα εμφανίζεται η Ευτυχία και γίνονται φίλες.Γιώργος, Δ2 2015 - 2016
Το ζωντανό ρομπότ Ναννίνα Σακκά Νικολακοπούλου
Από τη μέρα της γέννησης του Δημήτρη, ο ξάδερφός του ο Σέργιος βρίσκεται συνέχεια στο πλευρό του. Ο μικρός Δημήτρης γεννήθηκε ανάπηρος και δεν μπορεί να περπατήσει. Ο Σέργιος γίνεται ένα ζωντανό ρομπότ που κάνει όλα εκείνα που δεν μπορεί να κάνει ο Δημήτρης μόνος του. Δημήτρης, Δ2 2015 - 2016
Πολλά ποτάμια ποτάμια της Ελλάδας έχουν αρχαία ονόματα, συνδεδεμένα με μύθους. Ο Νίκος και η Αριστέα μας έφεραν το μύθο που συνδέεται με τον ποταμό Αλφειό. Αρέθουσα
Η Αρέθουσα, μια Νύμφη της Αχαΐας, γυρνούσε από τη Στυμφαλία όπου είχε πάει για κυνήγι. Κουρασμένη όπως ήταν αποφάσισε να λουστεί στα νερά του Αλφειού για να δροσιστεί. Μόλις την αντίκρισε ο Αλφειός θαμπώθηκε από την ομορφιά της και την ερωτεύτηκε. Εκείνη όμως δεν ανταποκρίθηκε στα αισθήματά του. Ζήτησε βοήθεια από τη θεά Άρτεμη. Η θεά τότε την τύλιξε με ένα σύννεφο και την έφερε στο νησί Ορτυγία κοντά στις Συρακούσες της Σικελίας. Εκεί τη μεταμόρφωσε σε πηγή. Ο Ο Αλφειός προσπάθησε να την βρει διασχίζοντας τη θάλασσα με προσοχή να μην μπερδέψει τα νερά του με το γλυκό νερό. Αριστέα - Νίκος , Δ2 2015 - 2016
Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015
Τα πουλιά της εξοχής Θύμιος Αγγελίδης Η χώρα μας έχει μερικά από τα πιο όμορφα πουλιά. Ο κορυδαλλός είναι ένα γρήγορο πουλί, μικρό με λοφίο στο κεφάλι.
Η καρδερίνα είναι πολύ όμορφη και κελαηδάει γλυκά.
Ο τσαλαπετεινός με το λοφίο του είναι ωφέλιμο πουλί, γιατί τρώει έντομα.
Στον μέρωψ ή μελισσοφάγο αρέσουν τα έντομα και κυρίως οι μέλισσες.
Η αλκυόνα τρέφεται με ψάρια και ζει στις όχθες των ποταμών.
Το αηδόνι με το γλυκό κελάηδημα που όμως δεν έχει εντυπωσιακά χρώματα.
Πόσα τραγούδια δεν γράφτηκαν για την ομορφιά της πέρδικας;
Η μπεκάτσα με την αστεία μύτη.
Ο πολύχρωμος φασιανός.
Ο μεγαλοπρεπής αετός.
Ο όμορφος κύκνος.
Ο αστείος πελεκάνος.
Ο φοβερός βουτηχτής.
Και ο γλάρος είναι από τα πιο γνωστά πουλιά της ελληνικής εξοχής.
Θανάσης Δ2 2015-16
Πού πήγε το φεγγάρι απόψε; Βούλα Μάστορη
Τέσσερα αδέλφια η Βούλα, η Κική, ο Χρήστος και η Ζωζώ κοιμούνται σ' ένα κρεβάτι στην αυλή του σπιτιού, κάθε καλοκαίρι. Ένα βράδυ η μικρή Βούλα ρώτησε τα αδέρφια της πού πήγε το φεγγάρι απόψε; Η Κική που ήταν και η μεγαλύτερη της είπε ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο και το φεγγάρι την ακολουθεί.Όταν ο ήλιος, η γη και το φεγγάρι είναι σε μία ευθεία τότε ο ήλιος δεν μπορεί να φωτίσει το φεγγάρι. Ο Χρήστος της είπε ένα αστείο ποίημα για έναν άνθρωπο που πίστεψε ότι το φεγγάρι έπεσε μέσα στο πηγάδι και προσπάθησε να το βγάλει με πετονιά και αγκίστρι. Η Ζωζώ της είπε ένα παραμύθι για τη μικρή Αφροδίτη η οποία έφτιαξε το δικό της φεγγάρι στον κήπο και κατά λάθος παγίδευσε το πραγματικό φεγγάρι μέσα σ' αυτό. ΜελίναΔ2 2015-16
Τα μαγικά μυστικά Ιωάννα Κυρίτση
Από τη δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου διάβασα το βιβλίο, τα μαγικά μυστικά. Μέσα από το βιβλίο γνώρισα το Μακαρονοφάγο, το Μέλιο και τη Φωτεινή. Ο Μακαρονοφάγος είναι ένας παιχνιδιάρης δράκος που τρώει όλη τη μέρα μακαρονάδες και δεν πειράζει κανέναν.
Ο δεύτερος της παρέας είναι ο Μέλιος, ένα καλό και γλυκό αρκουδάκι που αγαπάει πολύ τις σκανταλιές.
Η τρίτη είναι μια άτακτη αλλά ευαίσθητη γοργόνα που κατόρθωσε να νικήσει το φόβο της για το σκοτάδι.Μέσα από τις περιπέτειές τους έμαθα τα μυστικά τους. Αριστέα Δ2 2015-16
Ζώα με τα μικρά τους
Τα κλωσόπουλα μένουν γύρω από την κλώσα που τα προσέχει και τα προστατεύει. Η προβατίνα με τα δύο αρνάκια τρέχουν στο λιβάδι και θηλάζουν το γάλα τους. Ο μικρός κύκνος είναι ακόμα άσχημος. Τρέφεται με ψάρια βουτώντας το μακρύ λαιμό του κάτω από το νερό. Το κατσικάκι τρέφεται με το γάλα της μητέρας του και είναι συνέχεια στο πλάι της. Τα κουνελάκια μαθαίνουν από τη μητέρα τους και τρέφονται με χόρτα και ξερό άχυρο. Η αγελάδα γλείφει το μοσχαράκι της για να το καθαρίσει κι αυτό κοιμάται συνέχεια. Το πουλάρι τρομάζει εύκολα και τινάζεται με τον παραμικρό θόρυβο. Είναι ζώο πολύ δυνατό και πολύ υπομονετικό. Το ελεφαντάκι ζει πλάι σε ποτάμια και μαθαίνει να κάνει ντουζ με τη μακριά προβοσκίδα του. Τα λιονταράκια θηλάζουν το γάλα της μαμάς λιονταρίνας, η οποία πηγαίνει να κυνηγήσει την τροφή. Το πάντα ζει στην κεντρική Κίνα και είναι είδος προς εξαφάνιση. Τα μικρά ψαρόνια μένουν στρη φωλιά ώσπου να μπορέσουν να πετάξουν. Ως τότε τα ταΐζει η μητέρα τους, σπρώχνοντας μέσα στο ράμφος τους την τροφή. Γιώργος Δ2 2015-16
Σκελετός Κέιτ Λένναρντ
Αυτό το βιβλίο μιλάει για το σώμα μας. Συγκεκριμένα μιλάει για τα κόκαλά μας. Ο σκελετός μας είναι φτιαγμένος από μακριά λευκά κόκαλα, τα οποία ονομάζονται οστά. Ορισμένα οστά υπάρχουν για να προστατεύουν κάποια σημαντικά μαλακά όργανα του σώματός μας, όπως η καρδιά και οι πνεύμονες. Το οστό στο κεφάλι ονομάζετε κρανίο και υπάρχει για να προστατεύει τον εγκέφαλό μας. Ένα μηχάνημα μπορεί να φωτογραφίσει τα κόκαλά μας. Η φωτογραφία αυτή ονομάζεται ακτινογραφία. ΔημήτρηςΔ2 2015-16
Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015
Τα παιδικά τραγούδια του Μίκη
40 τραγούδια για παιδάκια και παιδιά
Το 1937 και σε ηλικία 12
ετών, την περίοδο που βρίσκεται στην Πάτρα, ο Μίκης Θεοδωράκης πηγαίνει στο
γυμνάσιο, συμμετέχει στη χορωδία και μαθαίνει βιολί. Φοιτά στο Ωδείο της
Πάτρας, όπου παίρνει θεωρητικά μαθήματα στην τάξη του καθηγητή Σινούρη. Τότε
γράφει και τα πρώτα τραγούδια του, σε ηλικία 13 ετών. Πρώτο ποίημα, το οποίο
ντύνει με μουσική, το Καραβάκι.Αυτά τα τραγούδια πολλά χρόνια αργότερα
κυκλοφορούν σε δίσκο με τον τίτλο « 40 τραγούδια για παιδάκια και παιδιά».
Όπως αναφέρει ο συνθέτης στο εισαγωγικό σημείωμα του δίσκου,
τα τραγούδια που περιλαμβάνονται στην έκδοση γράφτηκαν τα περισσότερα «μέσα
στην παγωνιά της Ιστορίας – στην δοκιμασία του ’40 – στην πρώτη μου εφηβεία»
και αποτελούν τις πρώτες απόπειρες του συνθέτη να μελοποιήσει ποιήματα και
στίχους από τον Βασίλη Ρώτα και τον Κωστή Παλαμά, μέχρι τον Διονύσιο Σολωμό και
την Αντιγόνη Μεταξά (η γνωστή ραδιοφωνική “θεία Λένα”).
Η Μαργαρίτα
Η Μαργαρίτα ανήκει στα " 40 τραγούδια για παιδάκια και παιδιά". Εμείς την διαβάσαμε, την ακούσαμε, την τραγουδήσαμε,τη ζωγραφίσαμε...
κάναμε εικονόλεξα την ώρα της πληροφορικής...
τη δραματοποιήσαμε...την αγαπήσαμε... γιατί είμαστε εμείς η Μαργαρίτα!
Το τραγούδι " Χρυσοπράσινο φύλλο" το έγραψε ο Λεωνίδας Μαλένης το 1964 και πρωτοακούστηκε στο ντοκιμαντέρ "Το νησί της Αφροδίτης" του Γιώργου Σκαλενάκη το 1965. Στους στίχους του καταγράφονται οι ομορφιές της Κύπρου. Εμείς κάναμε τους στίχους ζωγραφιά και στη συνέχεια ταινία.
Στα "40 τραγούδια για παιδάκια και παιδιά" υπάρχουν και δυο ποιήματα που αγαπήσαμε και κάναμε εικονόλεξα με τη βοήθεια της κυρίας Κατερίνας Σπυρονίκου.
Η βιτρίνα ( ποίηση: Αντιγόνη Μεταξά)
Στην βιτρίνα, τραλαλά, μια κουκλίτσα μας γελά
και με ανοιχτά χεράκια, χαιρετά τα κοριτσάκια.
Στην βιτρίνα, τραλαλά, τα ματάκια σου θωρώ,
να την είχα, την κυρά μου, στη μικρή την αγκαλιά μου.
Το παγωμένο πουλί (ποίηση: Χάρης Σακελαρρίου)
Έξω πέφτει χιόνι κι είναι παγωνιά κι όλοι μαζευτήκαν στη ζεστή γωνιά. Άσπρισαν οι δρόμοι, στρώθηκε η αυλή κι ο βοριάς σφυρίζει, τώρα πιο πολύ. Στο παράθυρό μας στέκει ένα πουλί και χτυπά το τζάμι και παρακαλεί: -Πάρτε με κοντά σας, για να ζεσταθώ. Τρέμω το καημένο κι έξω θα χαθώ. -Έλα ‘δω, πουλάκι, για να ζεσταθείς, όλοι σ’ αγαπούμε. Μη μας φοβηθείς. Από το ψωμί μας ψίχουλα να φας κι όταν βγει ο ήλιος λεύτερο πετάς.
Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015
Άξιον εστί
Άξιον Εστί
«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική
αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του
’48 με ’51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή,
κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που
κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό
οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και
βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα,
σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα.
Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου
ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα
που έπαιρνα από την Ελλάδα.
Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που
ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν
24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και
ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που
έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και
πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία.
Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με
συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’
άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση. Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην
τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να
διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη
ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και
μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το
σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι.
Δεν είχε
περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη
μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα
δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι
Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους
βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σοφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά
και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να
ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε
παράξενα: α, κι εσείς,ε;
Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και
τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας
και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις
διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν. Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα
του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή.
Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου.
Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά
έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα
του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του
χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα.
Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω,
δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής
λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί».
"Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή. Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959. Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο. Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον. Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης. Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μaς κάνει να θυμόμαστε.Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω. Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα. Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.
Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη. Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος. Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων. Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα. Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία. Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή. Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Μίκης Θεοδωράκης (Σημείωμα του συνθέτη στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης) Πέρα από το εξώφυλλο δίσκου που σχεδιάσαμε, γράψαμε και το δικό μας "Άξιον εστί" πάντα με τη βοήθεια της παρέας.